ποδαράτος

ποδαράτος
-η, -ο
επίρρ. αυτός που γίνεται με τα πόδια ή στο πόδι, στα όρθια: Ήπιαμε ένα ούζο ποδαράτο.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Look at other dictionaries:

  • ποδαράτος — η, ο, Ν 1. αυτός που γίνεται με τα πόδια 2. αυτός που γίνεται στο πόδι, όρθια 3. μτφ. πρόχειρος. επίρρ... ποδαράτα Ν 1. με τα πόδια 2. στο πόδι, όρθια 3. μτφ. πρόχειρα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ποδάρι + κατάλ. άτος (πρβλ. δροσ άτος, μελ άτος)] …   Dictionary of Greek

  • μιτσοπαδαράτος — μιτσοπαδαράτος, η, ον (Μ) αυτός που έχει μικρά πόδια. [ΕΤΥΜΟΛ. < μιτσός + ποδαράτος] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”